Αρχική COVID-19 Έρευνα ΕΚΠΑ – NIH δίνει φως στη δράση του εμβολιασμού

Έρευνα ΕΚΠΑ – NIH δίνει φως στη δράση του εμβολιασμού

0
vaccine3
Εικόνα: UNSPLASH/Braňo
Διαφήμιση

Σύνταξη: ecozen.gr

Έρευνα του ΕΚΠΑ και του NIH (ΗΠΑ) δίνει φως στη δράση του εμβολιασμού. Οι κυτταροκίνες της φλεγμονής προβλέπουν την απάντηση στον εμβολιασμό έναντι του κορονοϊού.

Τι δείχνουν οι παραγόμενες ουσίες μετά το εμβόλιο

Οι πρώιμες ανταποκρίσεις στον εμβολιασμό είναι σημαντικές στη διαμόρφωση τόσο της χυμικής όσο και της κυτταρικής ανοσίας έναντι του SARS-CoV-2. Η μελέτη των κυτταροκινών της φλεγμονής, δηλαδή των ουσιών που παράγονται μετά τον εμβολιασμό, φαίνεται ότι μπορεί να προβλέψει την απάντηση έναντι στον κορονοϊό. Και να βοηθήσει στη βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των mRNA εμβολίων. 

Έρευνα σε νοσήσαντες και μη

Η μελέτη του ΕΚΠΑ σε συνεργασία με το Τμήμα Ρετροϊών του National Institutes of Health  που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο διεθνές περιοδικό Cell Reports. Αναδεικνύει τις σημαντικές διαφορές στην απάντηση στον εμβολιασμό με το εμβόλιο BNT162b2 mRNA (Pfizer/BioNτech). Μεταξύ υγειών ατόμων που δεν είχαν προηγούμενη επαφή με τον SARS-CoV-2 και ατόμων που νόσησαν με COVID-19.  Η ομάδα των καθηγητών του ΕΚΠΑ Ευάγγελου Τέρπου και Θάνου Δημόπουλου (πρύτανης) και των καθηγητών Γεωργίου Παυλάκη και Barbara Felber από το NIH μελέτησαν την παραγωγή 70 κυτταροκινών φλεγμονής. Σε απάντηση του οργανισμού μετά την πρώτη και δεύτερη δόση του εμβολίου και συσχέτισαν τα επίπεδα αυτών με την παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2.

Αύξηση κυτταροκινών

Οι ερευνητές εντόπισαν μια ομάδα κυτταροκινών φλεγμονής περιλαμβανομένων των ιντερλευκίνη (IL)-15, ιντερφερόνη (ΙFΝ)-γ και CXCL10 που αυξήθηκαν μετά την πρώτη δόση του εμβολίου. Επίσης, εμπλουτίστηκε με τις κυτταροκίνες ΤΝF-α και IL-6 που αυξήθηκαν μετά την δεύτερη δόση του εμβολίου. Η αύξηση των ουσιών αυτών της φλεγμονής σχετίστηκε με την παραγωγή αντισωμάτων έναντι του κορονοϊού. Στα άτομα που είχαν μολυνθεί προηγουμένως με COVID-19, μία μόνο δόση του εμβολίου είχε αποτέλεσμα τόσο ισχυρή επαγωγή της φλεγμονής. Και αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής εξουδετερωτικών αντισωμάτων. Ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε μετά τη δεύτερη δόση του εμβολίου σε αυτούς που δεν είχαν έρθει νωρίτερα σε επαφή με τον ιό.

Παραγωγή αντισωμάτων

Μετά τον εμβολιασμό έχουμε την ανάπτυξη φλεγμονής (μέσω των κυτταροκινών της φλεγμονής) που οδηγεί σε παραγωγή αντισωμάτων εναντίον της πρωτεΐνης ακίδας (spike) του ιού. Στα άτομα που δεν είχαν εκτεθεί στον ιό (naïve, μεσαίο τμήμα της εικόνας), η φλεγμονή είναι ήπια την επόμενη μέρα της πρώτης δόσης του εμβολίου. Αυξάνεται δραματικά την επόμενη μέρα της δεύτερης δόσης του εμβολίου με συνοδό μεγάλη αύξηση των εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι του ιού. Τα αντισώματα αυτά φτάνουν το μέγιστο σημείο τους δύο εβδομάδες μετά τη δεύτερη δόση του εμβολίου.

Μεταξύ α και β΄δόσης

Αντίθετα στα άτομα που είχαν εκτεθεί στον ιό και είχαν εκδηλώσει συμπτώματα, η πρώτη δόση του εμβολίου οδήγησε σε σημαντική φλεγμονή την επόμενη μέρα μετά την πρώτη δόση του εμβολίου. Συνοδεύτηκε από παραγωγή υψηλού τίτλου εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι του ιού ήδη από την πρώτη εβδομάδα μετά τον εμβολιασμό με την πρώτη δόση. Η δεύτερη δόση του εμβολίου στους ανθρώπους αυτούς, δεν είχε περαιτέρω αύξηση της φλεγμονής, παρά μόνο διατήρησή της σε επίπεδα παρόμοια με αυτά που είχαν μετά την πρώτη δόση του εμβολίου.

Αλλαγή στρατηγικής(;)

Τα αποτελέσματα αυτά έχουν σημαντικές πιθανές επιπτώσεις για μελλοντικές συστάσεις για τη δημόσια υγεία. Φαίνεται ότι μια δόση εμβολίου είναι αρκετή για όσους έχουν περάσει συμπτωματική COVID-19. Παράγουν έντονη φλεγμονή μετά την πρώτη δόση του εμβολίου και αντίστοιχα ψηλούς τίτλους εξουδετερωτικών αντισωμάτων. Η εικόνα αυτή είναι παρόμοια με αυτή που παρουσιάζουν τα άτομα που δεν είχαν έλθει σε επαφή με τον SARS-CoV-2, μετά τη δεύτερη δόση του εμβολίου. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η δεύτερη δόση στα άτομα αυτά δεν είχε επιπρόσθετη ανάπτυξη φλεγμονής και άρα τοξικότητα, δηλαδή δεν έχει κανένα κίνδυνο για την υγεία τους.

Οι τελευταίες εξελίξεις:

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΑγγούρι: Γιατί να το προσθέσουμε στη διατροφή μας
Επόμενο άρθροΚρούσματα: Στο “κόκκινο” η Ελλάδα για ακόμη μία ημέρα- Τι μαρτυρούν οι αριθμοί