Αρχική Special Topics Σιγκαπούρη: Ελληνικό γιαούρτι-Ένας χαμένος …θησαυρός  

Σιγκαπούρη: Ελληνικό γιαούρτι-Ένας χαμένος …θησαυρός  

Μπορεί οι υπεραγορές της Σιγκαπούρης να έχουν πλημμυρίσει από γιαούρτια «ελληνικού τύπου», μιας και δεν υπάρχει γιαούρτι που με τον ένα ή άλλο τρόπο να μην παραπέμπει σε αυτό, ωστόσο οι ελληνικές αρχές δεν έχουν κάνει τίποτα για να κατοχυρώσουν την χρήση του όρου «Ελληνικό Γιαούρτι».

0
γαλακτοκομικά
Διαφήμιση

 

Ακόμα και εγχώριες εταιρείες γαλακτοκομικών προϊόντων της Σιγκαπούρης αναφέρουν τα γιαούρτια τους ως «ελληνικού Τύπου», όπως αποκαλύπτεται σε ενημερωτικό έγγραφο της πρεσβείας μας  (Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων).

Σύμφωνα με το έγγραφο της Πρεσβείας μας, η χρήση του όρου Ελληνικό Γιαούρτι ή Ελληνικού Τύπου Γιαούρτι καθώς και η χρήση συμβόλων ή γραμματοσειρών που παραπέμπουν στην Ελλάδα ( Μαίανδροι, ελληνικές γραμματοσειρές κλπ) αποτελούν τις πλέον συνήθεις μεθόδους των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην τοπική αγορά να εκμεταλλευτούν την φήμη που συνοδεύει τα ελληνικά προϊόντα αλλά και τον ελληνικό /μεσογειακό τρόπο διατροφής.

Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει κατοχύρωση για την χρήση του όρου «Ελληνικό Γιαούρτι», γεγονός το οποίο θα του παρείχε κάποιο επίπεδο προστασίας. Οι εισαγωγές ελληνικού γιαουρτιού θα μπορούσαν, εύκολα, να ήταν πολλαπλάσιες, σύμφωνα με το έγγραφο, « αν είχαμε εγκαίρως εισέλθει στην αγορά του γιαουρτιού». Για το 2022, σύμφωνα με τα στοιχεία της Tridge, οι εισαγωγές γιαουρτιού μόνο στην Σιγκαπούρη ήταν 44,4 εκατ. με την Ελλάδα να κατέχει μόλις το 1.28% των εισαγωγών (677.000 ευρώ) και την Αυστραλία  το 50.6 % ! Η ονομασία «ελληνικό γιαούρτι» δεν προστατεύεται ως Γεωγραφική Ένδειξη (Γ.Ε) στην Ε.Ε. Προκειμένου να αναζητηθεί μια πιθανή προστασία στη Σιγκαπούρη, ένα Γ.Ε. προϊόν θα πρέπει πρώτα να προστατεύεται στην Ε.Ε.’’ Σύμφωνα με την Αντιπροσωπεία, η όποια προστασία θα μπορούσε να προέλθει μόνο μέσα από την κατοχύρωση εμπορικού σήματος (trade mark), κατόπιν αιτήσεως από παραγωγό ή διανομέα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία από το έγγραφο της Πρεσβείας μας στην Σιγκαπούρη, “η υφιστάμενη κατάσταση είναι πλέον δύσκολα αναστρέψιμη καθώς οι όποιες κινήσεις μας θα μας φέρουν αντιμέτωπους με μεγάλες πολυεθνικές αλυσίδες για τις οποίες η αγορά του ελληνικού γιαουρτιού αποτελεί υπόθεση εκατομμυρίων ευρώ. Σημειωτέο, ότι οι κύριοι εισαγωγείς γιαουρτιού είναι η Αυστραλία, οι Η.Π.Α. και η Ν. Ζηλανδία, χώρες οι οποίες πέρα από την οικονομική και πολιτική ισχύ που διαθέτουν στην ευρύτερη περιοχή, ικανοποιούν άνω του 35% των συνολικών εισαγωγών της Σιγκαπούρης σε τρόφιμα.

Για το 2022, σύμφωνα με την Observatory of Economic Complexity (OEC), οι εισαγωγές τυριού στην Σιγκαπούρη ήταν 187 εκατ. με την Ελλάδα να κατέχει μόλις το 1.6% και τις Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία και ΗΠΑ να κατέχουν αντίστοιχα το 32.4 , 16.7 και 7.41% των εισαγωγών. Μετά τις 21-11-2022, δηλαδή μετά την παρέλευση 3 ετών από την EUSTFA, οι τελωνειακές αρχές της Σιγκαπούρης έχουν την υποχρέωση να απαγορεύουν την είσοδο προϊόντων που παραβιάζουν την νομοθεσία σχετικά με τις Γ.Ε.

Πρόσφατη έρευνα αγοράς στην τοπική αγορά έδειξε ότι η πλειοψηφία των εταιρειών έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την υπάρχουσα νομοθεσία. Ωστόσο τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα προωθούν στην θέση της ελληνικής φέτα τα λεγόμενα λευκά τυριά καθώς η τιμή τους είναι συνήθως, κλάσμα της τιμής της φέτας. Στα περισσότερα πλέον καταστήματα τροφίμων και σούπερ μάρκετ δεν υπάρχει ελληνική φέτα. Σε συναντήσεις με εισαγωγείς τροφίμων μας έχει γίνει συχνά η παρατήρηση ότι τους είναι πλέον δύσκολο να προμηθευτούν ελληνική φέτα, ενώ και οι πρόσφατες ανατιμήσεις από ελληνικής πλευράς δεν βοηθούν. Σε συνομιλία με εισαγωγείς αναφέρθηκε ειδικά ότι ενώ οι αυξήσεις των τιμών σε τυροκομικά προϊόντα άλλων ευρωπαϊκών χωρών (ροκφόρ Γαλλίας , παρμεζάνα Ιταλίας κλπ ) δεν ξεπερνούσαν το 8%, στα ελληνικά τυροκομικά προϊόντα ξεπερνούν το 20% με ότι αυτό συνεπάγεται για την  ανταγωνιστικότητα τους.

Τέλος επισημαίνεται ότι οι χώρες της περιοχής χαρακτηρίζονται από πολιτιστικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες που πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά. Στη Νοτιοανατολική Ασία, με τη Μαλαισία και την Ινδονησία να ηγούνται, υπάρχουν περισσότεροι από 240 εκατομμύρια μουσουλμάνοι και, ως εκ τούτου, η πιστοποίηση halal γίνεται σημαντική ή και απαραίτητη για την εξαγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Για το λόγο αυτό, η πιστοποίηση halal αποτελεί μια επένδυση που μπορεί να ανοίξει αγορές και να συμβάλει στην αύξηση των διεθνών εμπορικών ευκαιριών, επιτρέποντας στα ελληνικά προϊόντα να ανταγωνιστούν με εκείνα άλλης προέλευσης που εξυπηρετούν τις μουσουλμανικές αγορές. Για τους νεοεισερχόμενους, η αγορά της Σιγκαπούρης αποτελεί μια πραγματικά δύσκολη αγορά καθώς πρέπει να ανταγωνιστούν εδραιωμένες εδώ και δεκαετίες εταιρείες που προασπίζονται με επιμονή τα ποσοστά αγοράς τους.

γιαούρτι

Σιγκαπούρη: Μία πρόσφορη αλλά …χαμένη αγορά για τα ελληνικά προϊόντα

O αυξανόμενος πληθυσμός της Σιγκαπούρης, έχει οδηγήσει σε άνοδο της ζήτησης για τα γαλακτοκομικά προϊόντα την τελευταία πενταετία. Ο όγκος της κατανάλωσης στην αγορά αυξήθηκε με CAGR 3% μεταξύ 2016 και 2022, για να φτάσει συνολικά τα 145 εκατομμύρια κιλά το 2022. Η αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων της Σιγκαπούρης είχε συνολικά έσοδα 724,5 εκατομμυρίων δολαρίων το 2022, που αντιπροσωπεύουν έναν σύνθετο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) 4,7% μεταξύ 2016 και 2022 (Tridge Iαν. 2023).

Η αλλαγή των διατροφικών προτύπων των καταναλωτών αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία ανάπτυξης. Παράλληλα τα αυξανόμενα μερίδια προϊόντων προστιθέμενης αξίας όπως το γιαούρτι, το παγωτό, τα συμπυκνώματα πρωτεΐνης, ορού γάλακτος σε σκόνη και οι σάλτσες συμμετέχουν ολοένα και εντονότερα στην ανάπτυξη του κλάδου με τα μερίδια της αγοράς των παραδοσιακών γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως το τυρί, το γάλα και τα συναφή φρέσκα γαλακτοκομικά προϊόντα να σημειώνουν περιορισμένη ανάπτυξη.

Η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος καθορίζει και την αλλαγή στα παραδοσιακή διατροφή, με τους καταναλωτές να προτιμούν όλο και περισσότερο τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα οποία θεωρούνται ωφέλιμα για την ανάπτυξη των παιδιών και για την υγεία. Αυτό οδηγεί σε αύξηση της κατανάλωσης που οι παραγωγοί της ευρύτερης περιοχής δεν μπορούν, τουλάχιστον προς το παρόν, να ικανοποιήσουν. Η πλειοψηφία των Σιγκαπουριανών μέχρι τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας δεν πίστευε ότι η κατανάλωση γάλακτος ήταν σημαντικό μέρος της καθημερινής τους διατροφής. Η νεότερες γενιές πάλι θεωρούν ότι μπορούν να λάβουν όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά του γάλακτος από υποπροϊόντα του γάλακτος και άλλες πηγές τροφίμων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η κατανάλωση γάλακτος στους ενήλικες να μειώνεται σταθερά ενώ και τα τυριά παρουσιάζουν επίσης χαμηλές αυξήσεις στις πωλήσεις καθώς οι καταναλωτές έχουν πλέον θέσει και εξαιτίας της πανδημίας σε υψηλή προτεραιότητα την κατάσταση της υγεία τους και προτιμούν λιγότερα λιπαρά στη διατροφή τους. Η περιεκτικότητα σε λιπαρά και η αύξηση βάρους είναι μια σημαντική βασική ανησυχία πίσω από τα εμπόδια στην κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων στη χώρα.

Είναι σημαντικό επίσης ότι οι καταναλωτές της Σιγκαπούρης είναι πολύ προσεκτικοί όσον αφορά την τιμή των γαλακτοκομικών προϊόντων. Οι καταναλωτές έχουν υψηλό διαθέσιμο εισόδημα, ωστόσο οι δαπάνες τους συχνά είναι κάτω από τον καθορισμένο στοχευμένο προϋπολογισμό τους.

Η συνολική ανάπτυξη του κλάδου το 2022 ήταν 3%. Αυτό δείχνει μια σταθερή αύξηση της ζήτησης μεταξύ των καταναλωτών της Σιγκαπούρης, με την ζήτηση να καθοδηγείται κυρίως από νεαρούς ενήλικες που ενδιαφέρονται για δυτικά τρόφιμα όπως η πίτσα και τα ζυμαρικά και είναι ολοένα και πιο εξοικειωμένοι με το τυρί. Σύμφωνα με την Αρχή της Ασφάλειας τροφίμων της Σιγκαπούρης τα γαλακτοκομικά προϊόντα αναμένεται να καταγράφουν ετήσια αύξηση σε σταθερές τιμές κατά 3.3 % μέχρι και το 2027, πράγμα που αναμένεται να οδηγήσει την αγορά σε αξία ύφους 881,5 εκατομμυρίων δολαρίων έως το τέλος του 2027. Το βούτυρο και η μαργαρίνη κατέγραψαν επίσης ρυθμό αύξησης της τάξης του 3% το 2022. Ο κύριος μοχλός για την ανάπτυξη του βουτύρου και της μαργαρίνης είναι το ψωμί σε φέτες ή το τοστ, ένα δημοφιλές πρωινό για τους Σιγκαπουριανούς.

Οι συνδυασμένες αγορές της Ινδονησίας, της Μαλαισίας, της Σιγκαπούρης, των Φιλιππίνων, της Ταϊλάνδης και του Βιετνάμ σημειώνουν μια από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στη ζήτηση γαλακτοκομικών προϊόντων παγκοσμίως. Αναμένεται ότι, έως το 2030, οι εισαγωγές αυτών των χωρών θα φτάσουν σχεδόν τους 19 εκατομμύρια τόνους έναντι 12,9 εκατομμυρίων τόνων το 2020, ξεπερνώντας αυτές της Κίνας( lFinancial Times Asia , Ιαν 2023).

Η χαμηλή αύξηση σε σχέση με τις άλλες χώρες της περιοχής οφείλεται εν μέρη και στον σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων εμπορικών σημάτων και στις συνεχείς προσπάθειές τους να τιμολογήσουν τις προωθητικές ενέργειες και τις δραστηριότητες του μάρκετινγκ για να διατηρήσουν το μερίδιό τους. Επιπλέον, νέα προϊόντα απευθύνονται σε στοχευμένους καταναλωτές που προσέχουν την υγεία τους, κάτι που αυξάνεται και υπογραμμίζει τις προσπάθειες των εταιρειών να ενισχύσουν τη θέση τους.

 

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΝέστωρ: Στην Πύλο το ελληνικό υποθαλάσσιο … CERN
Επόμενο άρθροΙ. Ντογιάκος: Εισαγγελική παρέμβαση για τη Μύκονο