Η μακροζωία και τα μυστικά της απασχολούν λίγο ή πολύ τους ανθρώπους, αναζητώντας με διάφορους τρόπους για την επιμήκυνση της ζωής με παράλληλη καλή ποιότητα και εμφάνιση.
Κάποιες φορές όμως τα πράγματα είναι πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις, καθώς η επιστήμη μιλάει και υποδεικνύει ότι κύριος υπαίτιος για τη μακροζωία – τουλάχιστον κατά 50%- δεν είναι άλλος από το άτιμο γονίδιο!
Μία νέα επιστημονική μελέτη υποδεικνύει τα γονίδια ως εκείνα που ευθύνονται για το 50% της διακύμανσης της ανθρώπινης διάρκειας ζωής και την εξασφάλιση της μακροζωίας.
Aν η κληρονομικότητα είναι υψηλή, αυτό δημιουργεί ένα κίνητρο για την αναζήτηση γονιδιακών παραλλαγών που παρατείνουν τη διάρκεια ζωής, προκειμένου να κατανοήσουμε τη βιολογία της γήρανσης και, ενδεχομένως, να την αντιμετωπίσουμε θεραπευτικά
Τι καθορίζει το πόσο θα ζήσουμε και σε ποιο βαθμό η διάρκεια της ζωής μας διαμορφώνεται από τα γονίδιά μας; Παραδόξως, για δεκαετίες, οι επιστήμονες πίστευαν ότι η κληρονομικότητα της διάρκειας της ανθρώπινης ζωής ήταν σχετικά χαμηλή σε σύγκριση με άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, φτάνοντας μόλις το 20-25%. Ορισμένες πρόσφατες μελέτες μεγάλης κλίμακας την τοποθετούσαν ακόμη και κάτω από το 10%.

Η κληρονομικότητα και το γονίδιο «κλειδί» για τη μακροζωία
Τώρα, μια μελέτη του Ινστιτούτου Επιστημών Weizmann, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η γενετική ευθύνεται για περίπου το 50% της διακύμανσης στη διάρκεια ζωής του ανθρώπου — διπλάσια ή και περισσότερο από ό,τι πιστευόταν προηγουμένως. Η μελέτη διεξήχθη υπό την καθοδήγηση του Ben Shenhar από το εργαστήριο του καθηγητή Uri Alon του Τμήματος Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας του Weizmann.
Για να αντισταθμίσουν αυτόν τον περιορισμό, οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα καινοτόμο πλαίσιο που περιελάμβανε μαθηματική προσομοίωση εικονικών διδύμων για να διαχωρίσουν τους θανάτους που οφείλονται στη βιολογική γήρανση από εκείνους που προκαλούνται από εξωγενείς παράγοντες. Τα νέα αποτελέσματα συνάδουν με την κληρονομικότητα άλλων σύνθετων ανθρώπινων χαρακτηριστικών και με ευρήματα από ζωικά μοντέλα.
Τα αποτελέσματα έχουν ευρείες επιπτώσεις στην έρευνα για τη γήρανση και τη δημόσια υγεία. « Για πολλά χρόνια, θεωρούταν ότι η διάρκεια ζωής του ανθρώπου καθοριζόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από μη γενετικούς παράγοντες, γεγονός που οδήγησε σε σημαντικό σκεπτικισμό σχετικά με τον ρόλο της γενετικής στη γήρανση και τη δυνατότητα προσδιορισμού των γενετικών καθοριστικών παραγόντων της μακροζωίας», λέει ο Shenhar.
«Αντίθετα, αν η κληρονομικότητα είναι υψηλή, όπως έχουμε δείξει, αυτό δημιουργεί ένα κίνητρο για την αναζήτηση γονιδιακών παραλλαγών που παρατείνουν τη διάρκεια ζωής, προκειμένου να κατανοήσουμε τη βιολογία της γήρανσης και, ενδεχομένως, να την αντιμετωπίσουμε θεραπευτικά».


















