Αρχική Αφιερώματα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα από όλη την Ελλάδα

Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα από όλη την Ελλάδα

0
kalanta

Τα κάλαντα είναι ένα από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αναλλοίωτα ακόμα και σήμερα σε πολλές περιοχές της χώρας.

Μέσα από το τραγούδι οι μικροί και μεγάλοι εξιστορούν τα γεγονότα των ημερών και παινεύουν τον οικοδεσπότη, την κυρά και το σπίτι.

Ας δούμε μερικά από τη χώρα μας…

Πανελλήνια

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δενδρολιβανιά, κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο.

Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός, στη γη να περπατήσει, και να μας καλοκαρδίσει.

Άγιος Βασίλης έρχεται, και όλους μας καταδέχεται, από την Καισαρεία, σ’ εισ’ αρχόντισσα κυρία.

Βαστάει εικόνα και χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή, χαρτί και καλαμάρι, δες και με το παλικάρι.

Το καλαμάρι έγραφε, τη μοίρα μου την έγραφε, και το χαρτί ομίλει, Άγιε μου καλέ Βασίλη.

Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις κάτσε το πόνο σου να πεις, κάτσε – κάτσε να τραγουδήσεις, και να μας – και να μας καλοκαρδίσεις.

Δυτικής Μακεδονίας

Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει, σα φέτος και του χρόνου.

Εδώ σε τούτη την αυλή, στο μαρμαροστρωμένο, εδώ ‘χουν χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια.

Σαν τα μυρμήγκια περπατούν, σαν τα μελίσσια πάνε, με τη φλογέρα τα λαλούν, με την αντρειά τα διώχνουν.

Χρόνια πολλά, καλή χρονιά στο σπίτι σας.

Ζακύνθου

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος, υγεία αγάπη και χαρά να φέρει ο νέος χρόνος, υγεία αγάπη και χαρά να φέρει ο νέος χρόνος.

Να ζήσει ο κύρης ο καλός να ζήσει κι η κυρά του, όλα του κόσμου τ’ αγαθά να έχει η φαμελιά του, όλα του κόσμου τ’ αγαθά να έχει η φαμελιά του.

Να ζήσει τ’ αρχοντόπουλο που ‘χει καρδιά μεγάλη, σ’ εμάς και την παρέα μας ένα φλουρί να βάλει, σ’ εμάς και την παρέα μας ένα φλουρί να βάλει.

Ικαρίας

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά, κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιος θρόνος.

Άγιος Βασίλης έρχεται από τον κάβο Πάπα, βαστάει και στην πλάτη του μια μαλλιαρή θυλάκα, να βάλει μέσα τα ψωμιά, τις τηγανίτες, τα λεφτά.

Εσένα αφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια, για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.

Και πάλι ξαναπρέπει σου, βάλε στραβά το φέσι σου, και δίπλα το βρακί σου, να σκάσουν οι εχθροί σου.

Πολλά είπαμε τ’ αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας.

Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά ταπανοφρύδα, που έχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, και του κοράκου τα φτερά τα ‘χεις ταπανοφρύδια.

Που όταν λουστείς και χτενιστείς και πας στην εκκλησιά σου, η στράτα ρόδα γέμισε απ’ την περπατησιά σου.

Πολλά ‘παμε και της κυράς, ας πούμε και της κόρης.

Έχεις και κόρη όμορφη, που δεν έχει ιστορία, ούτε στην Πόλη βρίσκεται, ούτε στη Βενετία.

Έχεις και κόρη όμορφη, βάλτηνε στο ζεμπίλι, και κρέμασέτηνε ψηλά, να μη τη φάν’ οι ψύλλοι.

Πολλά ‘παμε, πολλά ‘παμε, μα δε μας εκεράσατε, κι αν ακόμα θε να πούμε, βάλτε μας κρασί να πιούμε.

Εφάγαμε τον πετεινό, να φάμε και την κότα, και δώστε το φλουράκι μας, να πάμε σ’ άλλη πόρτα.

Κέρκυρας

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, πρώτη του Γεναρίου, αύριο ξημερώνεται τ’ Αγίου Βασιλείου.

Άγιος Βασίλης έρχεται, από την Καισαρεία, βαστάει εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.

Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε:

-Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθε κατεβαίνεις;

-Από τη μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω, να μάθω τ’ ’για γράμματα και τ’ Άγιο Ευαγγέλιο.

Σ’ αυτήν την πόρτα που ήρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει, κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει.

Να ζήσει χρόνους εκατό, και να τους απεράσει, και στων παιδιών του τις χαρές, κουφέτα να μοιράσει.

Κυρά χρυσή, κυρ’ αργυρή, κυρά μαλαματένια, που σε χτενίζουν άγγελοι με τα χρυσά τους χτένια. άνοιξε το πουγκάκι σου το μαργαριταρένιο, και δώσε μ’ ένα τάλιρο, ας είναι κι ασημένιο.

Και τώρα καληνύχτα σας, καλό ξημέρωμά σας, κι ο Άγιος Βασίλειος να είναι βοήθειά σας.

Κρήτης

Ταχειά ταχειά ν’ αρχιχρονιά κι αρχή του Γεναρίου, αύριο ξημερώνεται τ’ Αγίου Βασιλείου.

Πρώτα που βγήκεν ο Χριστός στη γη να περπατήσει, εβγήκε και χαιρέτησε όλους τους ζευγολάτες.

Τον πρώτο που χαιρέτησε ήταν o Άγιος Βασίλης

– Καλώς τα κάνεις Βασιλειό, καλόν ζευγάριν έχεις;

-Καλό το λες αφέντη μου καλό και ευλογημένο, που το ‘βλογά η χάρη σου με το δεξιό σου χέρι, με το δεξιό με το ζερβό με το μαλαματένιο.

-Για πες μου Αη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις;

-Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε ταή και ρόβι δεκαοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο.

Εθέρισα κι αλώνεψα κι έκαμα χίλια μόδια, και τα κορκοσκινίσματα χίλια και πεντακόσια.

Μα τ’ άλλα δεν εμέτρησα γιατί Χριστός επέρνα, και κειά που στάθην’ ο Χριστός χρυσόν δεντρίν εβγήκεν, και κειά που μεταπάτησε χρυσό κυπαρισσάκι, που ‘χε στην μέση τον σταυρό και στην κορφή την βρύση, στα μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακαρίζει.

-Κακάριζε κακάριζε πέρδικα κορωνάτη, μα επά τον έχουν τον υγιό, το μοσχοκανακάρη.

Μάνης

Ταχιά ταχιά ειν’ αρχιμηνιά, ταχιά ειν’ αρχή τον χρόνου, αρχή ειν’ αρχή τα κάλαντα, κι αρχή τον Γεναρίου.

Μέσα κοιμάται αφέντης μας, μαζί με την κυρά μας, και ποιος να μπει και ποιος να βγει, και ποιος να τους ξυπνήσει;

Ξύπνησε, αφέντη, ξύπνησε, να φάμε και να πιούμε.

Αφέντη πύργος φαίνεσαι, κι ορθός σαν κυπαρίσσι, και του ματιού σου η σαϊτιά,

πύργους ξεθεμελιώνει, πύργους και πετροπήγαδα, κι αυλές μαρμαρωμένες.

Είπαμε δα τ’ αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας.

Κυρά μαρμαροτράχηλη, και φεγγαρομαγούλα, και κρουσταλλίδα του νερού, και πάχνη από τα χιόνια.

Όπου τον έχεις τον υγιό, τον λευκοχαναχάρη, που λούζεις και χτενίζεις τον, και στο σχολειό τον στέλνεις.

Κι ο δάσκαλος τον έβαλε, να του χαλαναρχείσει, κι εξέπασέ του το κερί, κι έκαψε το χαρτί του, κι έκαψε και τα ρούχα του, τα μορφογαζωμένα, κι ο δάσκαλος τον έδειρε, με το χρυσό βιτσάρι.

Παίρνει τον το παράπονο, την άκρην άκρη πάει, στο δρόμο τον συναπαντούν, οι δώδεκα Απόστολοι: «Έλα να φας, έλα να πιεις, έλα να τραγουδήσεις».

***

Σχετικά Άρθρα:

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here