Αρχική Ειδήσεις Το «παράδοξο» της τυφλής όρασης

Το «παράδοξο» της τυφλής όρασης

0

Του Κώστα Κέντζου

Η τυφλή όραση είναι το μέχρι πρόσφατα αμφιλεγόμενο φαινόμενο, κατά το οποίο ο ασθενής δεν έχει αντίληψη όρασης, ωστόσο μπορεί να δει και να αποφύγει εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο του, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι αξιοποιεί οπτικές πληροφορίες. Είχε ανακαλυφθεί για πρώτη φορά σε τραυματίες του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και είχε ονομαστεί τότε: υπολειπόμενη όραση. Η έρευνα συνεχίστηκε μισόν αιώνα αργότερα, αλλά παρά τα ευρήματα που συσσωρεύονταν χρειάστηκαν δεκαετίες για να καμφθεί η δυσπιστία της επιστημονικής κοινότητας.

Εν οίδα ότι δεν είδα

Η ικανότητα να αντιδράς σε αυτό που ανιχνεύουν τα μάτια σου χωρίς να καταλαβαίνεις ότι μπορείς να δεις οτιδήποτε, εκ πρώτης μοιάζει παραδοξότητα. Πρόκειται για ένα σπανιότατο είδος τύφλωσης, που προκαλείται από διπλό εγκεφαλικό επεισόδιο, που χτυπά τον πρωτεύοντα οπτικό φλοιό και στα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια. Τα μάτια παραμένουν σε πλήρη λειτουργικότητα, αλλά ο οπτικός φλοιός δεν μπορεί πλέον να επεξεργαστεί τα εισερχόμενα σήματα, κάνοντας τον ασθενή πρακτικά τυφλό.

Συνήθως, η ζημιά δε γίνεται στις επίμαχες περιοχές και των δύο ημισφαιρίων, με αποτέλεσμα λιγότερο εντυπωσιακές εκδοχές της τυφλής όρασης, αφού χάνεται η αντίληψη της όρασης μόνο στο αριστερό ή το δεξί οπτικό πεδίο, ή ακόμα και σε ένα μικρό τμήμα του οπτικού πεδίου. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι ασθενείς αντιδρούν σε πράγματα που δεν μπορούν να δουν συνειδητά. Μπορούν να αναγνωρίσουν γεωμετρικά σχήματα, μέχρι και τα συναισθήματα που εκφράζει ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Οι επιστήμονες έχουν προκαλέσει προσωρινή τυφλή όραση και σε υγιείς ανθρώπους, «κατεβάζοντας» για λίγο το «διακόπτη» του οπτικού φλοιού, ή ξεγελώντας τον με κάποιο τρόπο, ώστε να μην επεξεργάζεται τα σήματα από τα μάτια.

Δυσπιστία διαρκείας

Η δυσπιστία που επικράτησε επί σχεδόν έναν αιώνα για το φαινόμενο της τυφλής όρασης είναι δικαιολογημένη. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να βλέπει χωρίς να το ξέρει; Κι όμως η σχέση ανάμεσα στην αίσθηση της όρασης και την αντίληψη της όρασης είναι πιο σύνθετη απ’ όσο νομίζουμε. Για παράδειγμα, όλοι οι άνθρωποι με κανονική όραση έχουν ένα τυφλό σημείο (ωχρά κηλίδα), αλλά τον περισσότερο καιρό δεν έχουν συνείδηση αυτής της «τρύπας» στην όρασή τους, ούτε και μπαίνει εμπόδιο στη δραστηριότητά τους.

Ενας άλλος λόγος συντήρησης της δυσπιστίας ήταν ότι σπάνια δινόταν η δυνατότητα εξέτασης του φαινομένου σε ανθρώπους. Ο πρωτεύων οπτικός φλοιός έχει μέγεθος μόνο μερικά εκατοστά στους ενήλικες και η εγκεφαλική βλάβη σπανίως περιορίζεται σ’ αυτόν, έτσι που να βγάλει εκτός λειτουργίας την όραση του παθόντα, αλλά να αφήσει ανέγγιχτες τις άλλες εγκεφαλικές λειτουργίες, ώστε να μπορεί να γίνει αποτελεσματική έρευνα για το τι συνεχίζει να αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος.

Οπως διαπιστώθηκε καθώς συσσωρεύονταν τα περιστατικά στο πέρασμα του χρόνου, πολλοί περισσότεροι ασθενείς με βλάβη στον οπτικό φλοιό εμφανίζουν τυφλή όραση, απ’ ό,τι πίστευαν παλιότερα οι επιστήμονες. Η βλάβη συνήθως αφορά ένα μικρό τμήμα του οπτικού φλοιού, που αφήνει μια νησίδα τύφλωσης στο δεξί ή το αριστερό μισό του οπτικού πεδίου. Η τυφλή όραση σε αυτές τις περιπτώσεις εκδηλώνεται με την ανίχνευση αντικειμένων ή εικόνων που παρουσιάζονται στον πάσχοντα έτσι που να βρίσκονται μέσα σε αυτή τη νησίδα, όπου νιώθει ότι δεν βλέπει τίποτα.

Διαφοροποιημένη μεθοδολογία

Οι παραδοσιακές μέθοδοι για τη μελέτη της όρασης στους ανθρώπους βασίζονται στις λεκτικές αναφορές των συμμετεχόντων για το τι βλέπουν. Οταν ελέγχονται με αυτό τον τρόπο όσοι εμφανίζουν τυφλή όραση, δηλώνουν ότι δεν βλέπουν τίποτα στην τυφλή περιοχή. Γι’ αυτό χρειάζονται έμμεσες μέθοδοι, που μπορούν να αποκαλύψουν ότι τα μη συνειδητά ορατά οπτικά ερεθίσματα, πραγματικά επηρεάζουν τον τρόπο που αντιδρά ο ασθενής.

Σε ορισμένα πειράματα εμφανίζονται ξεκάθαρες μεταβολές, όπως η συστολή της κόρης των ματιών, ενώ σε άλλα τα υποκείμενα αντιδρούν διαφορετικά σε πράγματα που βλέπουν στην περιοχή που έχουν συνειδητή όραση, ανάλογα με το τι τους επιδεικνύεται στις περιοχές που έχουν τυφλή όραση. Οταν τους ζητιέται να «μαντέψουν» τι τους δείχνουν στην «τυφλή» περιοχή, τις περισσότερες φορές απαντούν σωστά.

Μια άλλη σημαντική πειραματική μέθοδος είναι η νευροαπεικόνιση, που δίνει άμεσες πληροφορίες για τις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την τυφλή όραση και τις διαδρομές που κάνουν οι οπτικές πληροφορίες μέσα στον εγκέφαλο. Αυτή η μέθοδος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διάλυση των υποψιών που απέμεναν, ότι ενδεχομένως κάποια τμήματα του οπτικού φλοιού συνεχίζουν να λειτουργούν παρά την εγκεφαλική βλάβη γύρω τους, με αποτέλεσμα το φαινόμενο της τυφλής όρασης.

Αποδείχτηκε ότι κάτι τέτοιο δε συμβαίνει κι ότι τα τμήματα του μεσεγκεφάλου που δείχνουν να σχετίζονται με την τυφλή όραση ίσως είναι αποτέλεσμα της βιολογικής εξέλιξης, δίνοντας κάποια πιθανότητα επιβίωσης σε όποιον πάθει μερική εγκεφαλική βλάβη, π.χ. από χτύπημα.

Η μελέτη της τυφλής όρασης στοχεύει στην κατανόηση των αντιληπτικών ικανοτήτων που μπορεί να παραμένουν στους τυφλούς, λόγω εγκεφαλικής βλάβης και στον προσδιορισμό των εγκεφαλικών περιοχών και νευρωνικών δικτύων που σχετίζονται με την απώλεια της συνείδησης της όρασης.

Η γνώση που θα αποκτηθεί δε θα αφορά μόνο τους πάσχοντες, αλλά κάθε άνθρωπο, ακόμα κι όποιον δεν πάθει ποτέ κάποια καταστροφική εγκεφαλική βλάβη, γιατί οι ίδιες μη συνειδητές λειτουργίες που επιτρέπουν να βλέπει κανείς χωρίς να το αντιλαμβάνεται, είναι ένα σταθερό, αν και λανθάνον στοιχείο της καθημερινότητας όλων των ανθρώπων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here