Αρχική Αφιερώματα Ο Μονόλογος του Χωραφιού (πρώτη δημοσίευση)

Ο Μονόλογος του Χωραφιού (πρώτη δημοσίευση)

του Βασίλη Βασιλικού
0

Ατέλειωτες μου φαίνονται οι οροσειρές της νύχτας

Το ξημέρωμα αδρανεί στις παρυφές. Δεν έρχεται

Αν δεν το φέρουμε εμείς. Γιατί το ξημέρωμα είναι

μέσα μας.

1.

Δεν έχω ιστορία. Η ιστορία μου είναι αυτή των ανθρώπων. Δεν έχω μνήμη. Η μνήμη μου είναι κι αυτή των ανθρώπων. Εγώ είμαι ένα χωράφι, ένα σκέτο χωράφι, στους πρόποδες του λόφου που αγναντεύει τη θάλασσα, γι’ αυτό και μες τα νερά μου κυκλοφορεί πολύ αλάτι. Είμαι ένα πράγμα, ένα RES. Κ’ έχω βαθύτερους δεσμούς με το γίγνεσθαι της γης. Κρύβω αρουραίους και ασπάλακες, ασβούς και χελώνες, φίδια, νεροφίδες κι άλλα ζωντανά. Πρόβατα βόσκουν στην επιδερμίδα μου, μακεδονικά βουβάλια. Αποταμιεύω το νερό της βροχής κι αποδίδω ό,τι μου σπέρνουν. Δεν ξέρω αυτούς που ασχολούνται με τα λόγια. Μια βοτανολόγο γνώρισα στη ζωή μου κι αυτή μου ξερίζωσε ένα-ένα όλα τα ζιζάνια απ’ τον αγρό μου και με κατέστησε χωράφι, εύφορο, κατάλληλο για διπλή σπορά.

Οι προπάπποι μου μού λέγαν ότι είμαι του Αγά. Κάποιου αγά τελοσπάντων. Κ’ ύστερα μια μέρα απελευθερώθηκα απ’ τον Αγά και με πήραν αυτοί που ήταν υποτακτικοί του, όταν απόκτησαν την ελευθερία τους. Οι Έλληνες. Εγώ δεν ξέρω από τέτοια. Εγώ ξέρω πως είμαι τμήμα της γης κι αποτελώ μέρος του όλου. Γυρίζω στο διάστημα και πεθαίνω κάθε διακόσια χρόνια. Μετά ανασταίνομαι. Βουλιάζω ή ανεβαίνω σε σχέση πάντα με την επιφάνεια της θάλασσας. Η δική μου, η προσωπική μου μνήμη, δεν φτάνει πέρα απ’ τα διακόσια αυτά χρόνια. Αρχίζει περίπου με τη μετονομασία μου από οθωμανικό έδαφος σε ελληνικό. Μια διαφορά για μένα ασήμαντη.

Πέρασα από διάφορες εποχές. Άλλοτε οι άνθρωποι με πότιζαν με τον ιδρώτα τους, άλλοτε με το αίμα τους, άλλοτε με τα δάκρυά τους. Όλους τους δεχόμουν καλοπροαίρετα όταν τέλειωνε ο κύκλος τους κ’ ερχόταν ν’ αναπαυτούν σε μένα. Ένας-ένας. Σπάνια, απ’ όσο θυμάμαι, δυό ή τρείς φορές, μου άνοιξαν ομαδικούς λάκκους. Μα αυτό που έζησα τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν το είχα ζήσει στις χιλιετηρίδες της ιστορίας μου.

Πρώτα ένας δρόμος μου έδωσε, φαίνεται, κάποιαν άλλη αξία που εγώ δεν την ήξερα. Γιατί, μια μέρα είδα ανθρώπους που ήρθαν να μ’ επισκεφτούνε. Τ’ αφεντικά μου με βγάλαν στο σφυρί κ’ οι υποψήφιοι αγοραστές, που δεν ήταν αγρότες, με βλέπαν σαν κάτι άλλο. Τι; Θα το μάθαινα αργότερα. Με βλέπαν σαν οικόπεδο. Το χωράφι, εγώ, είχα μετατραπεί σε χρηματική αξία. Τότε άκουσα  για πρώτη φορά στη ζωή μου να μιλούν για αντιπαροχή. Εν πάσει περιπτώσει εκείνο το χρόνο δεν με έσπειραν. Μ’ άφησαν να ξεροτηγανίζομαι στην αλλαγή των εποχών. Ώσπου ήρθαν κάτι μπουλντόζες κ’ εκσκαφείς κι άρχισαν να με σκάβουν. Μου ρίξαν τσιμέντα σκληρά. Φτάσαν να πονέσουν βαθιά τις ωοθήκες μου. Εργάτες τώρα, κατοικοέδρευαν πάνω μου μέσα σε τσαντίρια. Ένα χρόνο κράτησε αυτό το μακελειό. Κ’ υψώσαν πάνω μου πολλά γιαπιά. Τα πρώην αφεντικά μου πήραν κάτι διαμερίσματα και στις γωνιές που περίσσευαν, φυτέψαν λίγη πρασινάδα. Έρχονταν καμιά φορά να κατουρήσουν. Δεν μπορούσαν να ξεχάσουν τις παλιές συνήθειες. Μάλιστα κρυφά, η κόρη του παλιού ακτήμονα, μου φύτεψε σε μια γωνιά γλυκοπατάτες. Και μου άνοιξαν τρεις βόθρους. Που σιγά-σιγά γέμιζαν με κόπρο. Κόπρο που όμως δεν μπορούσα να την απορροφήσω γιατί μ’ εμπόδιζε το τσιμέντο των δεξαμενών τους. Και ήθελα να λιπαστώ. Εγώ πεινούσα. Κατάφερα, με πολύ αγώνα, με κάτι ρίζες σαν πριόνια που ακόνισα στα σπλάχνα μου, να διαρρήξω δύο δεξαμενές.

Άρχισε το λίπασμα να με τρέφει. Ήμουν σαν τους άρρωστους εκείνους που ζουν με τον ορό. Λίγο-λίγο, αλλά μου έφτανε. Στην επιφάνειά μου τότε άρχισαν να βγαίνουν τα κοπρολούλουδα. Φαίνεται πως  βρωμούσε ο τόπος. Κ’ ήρθαν ο «Φατσούλας», ο «Αχόρταγος», ο «Μια κ’ έξω», ο «Αγωνιστής», όλοι αυτοί εκκενωτές βόθρων.

Στο μεταξύ πληθαίναν όχι οι άνθρωποι, αλλά τ’ αυτοκίνητα. Αυτά, αντίθετα με τα τρίτροχα τρακτέρ, είχαν τέσσερεις ρόδες, όλες ίδιες. Κι όπως δεν χωρούσαν φαίνεται στην επιφάνεια, σκάψαν πάλι τα σωθικά μου κι άνοιξαν υπόγειο γκαράζ. Πέρασε ένα διάστημα με σχετική ηρεμία και μια μέρα σ’ ένα μποστάνι μου, κοντά στο γλουτό, που δεν το είχαν πειράξει καθόλου, -εκεί που η μικρή είχε φυτέψει τις γλυκοπατάτες της- άρχισαν πάλι έργα σκαπτικά, υποδομής, όπως τα λέγαν. Χτίζαν, απ’ ό,τι άκουσα τους εργάτες να λεν, αντι-πυρηνικό καταφύγιο. Φαίνεται πως τα πράγματα στη γη πήγαιναν σαφώς άσχημα. Έγινε μια πολυκατοικία κάτω απ’ τη γη, αντικατοπτρισμός της πάνω. Οι άνθρωποι ζούσαν έτσι μέσα μου σαν τους αρουραίους. Και μια μέρα δεν άντεξα, τόσο πολύ τους αγαπούσα ή τους μισούσα, που τους έσφιξα δυνατά μες την αγκάλη μου και τους κατάπια όλους.

2

Θα σας το πω εγώ, τι έγινε τα τελευταία σαράντα χρόνια για να το καταλάβετε, μια και καλή. Εμένα, σαν χωράφι, με τα άλλα χωράφια, δεν μας χώριζε ποτέ τίποτα. Είμασταν η γη, από πάντα. Οι άνθρωποι ήταν αυτοί που μας διαίρεσαν σε τμήματα, μας διαμερισματώσαν. Εμείς σαν χωράφια αποτελούσαμε πάντα μέρος του Όλου. Τα νερά, τα υπόγεια και τα επίγεια, ήταν κοινά. Τα ζώα που μας βοσκούσαν δεν ξέραν ότι καταπατούν χωράφια ξένα. Όμως οι άνθρωποι σκοτώνονταν μεταξύ τους για ένα μέτρο γης κ’ ύστερα στο ίδιο μέτρο της γης, κατέβαιναν για να ν’ αναπαυτούνε.

Όλα αρχίσαν μετά τον Εμφύλιο. Με τον Συναγερμό, οι περισσότεροι άνθρωποι που με καλλιεργούσαν, οι αγρότες μου, αναγκάστηκαν να με πουλήσουν για ένα κομμάτι ψωμί και να πάρουν των ομματιών τους για τα ξένα. Τότε, κάτι αετονύχηδες εργολάβοι οικοδομών, χτίσαν αυτό το μεγαθήριο ξενοδοχείο πάνω μου κ’ οι γυναίκες αυτών που είχαν φύγει, δουλεύαν σ’ αυτό το συγκρότημα σαν καθαρίστριες και πλύστρες. Έχω αυτό τον καθετήρα ακόμα στον οισοφάγο μου, τον μεγάλο σωλήνα του βιολογικού καθαρισμού που βγάζει τ’ απορρίμματα του ξενοδοχείου στην θάλασσα. Τότε ένας Παπαδόπουλος, δικτάτορας, τους χάρισε τα χρέη. Ακόμα κρυφά μες τις καρδιές τους έχουν την εικόνα του. Ύστερα έφυγε ο δικτάτορας και μπήκα στην Κοινή Αγορά. Θέλαν τότε να με κάνουν πρότυπο χωράφι. Όπως τα πρότυπα χωριά. Άρχισαν να με καλλιεργούν “εντατικά”. Εγώ, συνηθισμένο μια ζωή στο μονύενο, τα έχασα με τόσα χημικά λιπάσματα που μου ρίχναν αναστατώνοντας τις περιόδου κύκλου μου.

Κατάργησαν τα καρπούζια μου που τόσο μου αρέσαν και βάλαν τις ντομάτες του θερμοκηπίου. Ήρθαν και ξένοι ειδικοί για τις ανθοκαλλιέργειες. Βγάζαν πια από το χώμα μου ό,τι τους λέγαν.

Στο μεταξύ, γυρνώντας οι μετανάστες από την ξενητειά, με τα λεφτά που μάζεψαν εκεί, με γέμισαν κακά σπυριά που τα λέγαν αυθαίρετα. Ώσπου ήρθε μια κυβέρνηση, και άλλα απ’ αυτά τα γκρέμισε κι άλλα τα έβαλε σε σχέδιο πόλεως, όπως το λένε. Η κυβέρνηση αυτή ήταν σοσιαλιστική και κατάργησε τους ατομικούς βόθρους. Τους κοινωνικοποίησε. Θέλησε να κάνει το ίδιο φαίνεται και με τους αγρότες, μα αυτοί οι παμπόνηροι γιορτάζαν κάθε χρόνο το Κιλελέρ, μα μέσα τους κρυφά νοσταλγούσαν τον Παπαδόπουλο.

Γέμισα δερματικές ασθένειες, απ’ το πολύ να με γδέρνουν. Οι φίλοι μου οι “πράσινοι” μου λεν ότι ζω σε μια χώρα της μπαναναίας, μα εγώ μπανάνες δεν έβγαλα ποτέ. Μου λεν ακόμα ότι σύντομα θα γίνω και φορέας του AIDS, έτσι όπως πάω.

Εγώ δεν καταλαβαίνω απ’ αυτά. Είμαι ένα κομμάτι γης, βαθύ και ουσιαστικό και διοχετεύω τα νερά μου στην Πενταδάχτυλη Λίμνη. Καλωδιώθηκα, εξηλεκτρίστηκα, τσιμεντώθηκα, βιντεοποιήθηκα. Μα θα έχω εγώ, η γη, πιστέψτε με, τον τελευταίο λόγο.

Bασίλης Βασιλικός 1985

Σημείωση: Το κείμενο «Μονόλογος του χωραφιού» δημοσιεύεται για πρώτη φορά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here