Αρχική Ειδήσεις Τζαζ, αυλή και περισυλλογή

Τζαζ, αυλή και περισυλλογή

0

Όταν ήμουν μικρός, μου ‘χε καρφωθεί η ιδέα να σκαρφαλώσω στην σκεπή ενός περιπτέρου. Έτσι, χωρίς λόγο. Ήθελα απλά να δω πως θα ήταν η θέα από εκεί πάνω.

του Αλέξανδρου Τσαντίλα

Τώρα, πολλά χρόνια και κιλά μεγαλύτερος, μου έρχεται πάλι η ίδια ιδέα. Έχω γύρω στο τέταρτο που βρίσκομαι έξω από τον σταθμό του ηλεκτρικού, στο Μοναστηράκι. Είναι πήχτρα, κι όχι μόνο από τουρίστες. Ο κόσμος έχει σχηματίσει κύκλο γύρω από κάτι στην πλατεία. Δεν πέφτει καρφίτσα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τι γίνεται, αλλά ούτε έχω και καμιά όρεξη να χωθώ μέσα σ’ όλο αυτό το λεφούσι ∙ αναρωτιέμαι, έτσι και σκαρφαλώσω στο περίπτερο έξω από τον σταθμό, σε πόση ώρα θα με μαζέψουν;

Ούτε ήχο έχω. Ακουστική μόνωση. Πριν λίγο καιρό, μου χαρίσανε ένα smartphone, οθόνη αφής κι όλα τα σχετικά. Το γέμισα με ότι κομμάτι του Γιάννη Χρήστου είχα. Τώρα παίζει την Εναντιοδρομία. Σουρεαλιστικό. Ούτε από την Ηφαίστου θέλω να πάω. Προτιμάω να κατέβω από γύρω. Στα ακουστικά μπαίνουν τα μελοποιημένα τέσσερα ποιήματα του Έλιοτ ∙ αρκετός Χρήστου για απόψε.

Το Taf φαίνεται ωραία περίπτωση ∙ παλιό αρχοντικό – τι αποπροσανατολιστικός όρος το «νεοκλασικό» − που έχει μετατραπεί σε «χώρο τέχνης» (καμιά φορά, εξίσου αποπροσανατολιστικά). Έτσι που ‘ναι χωμένο σε παράδρομο της Ερμού, εύκολα το προσπερνάς αν δεν το ξέρεις. Η τετράγωνη αυλή είναι ήδη φίσκα∙ η συναυλία δεν έχει ξεκινήσει ακόμα. Βλέπω ένα κενό στο μπαλκόνι του ορόφου. Ανεβαίνω, αλλά το μετανιώνω αμέσως. Η ζέστη, που’ χει ήδη πιάσει για τα καλά, δεν παλεύεται εκεί πάνω. Καλύτερα κάτω και όρθιος, προς το παρόν. Κάπου θα βρω.

Χώνομαι σ’ ένα κενό μπροστά από το μπαρ ∙ δίπλα μου, δυο κοπελίτσες έχουν κάτσει και κάτι κοιτάνε σ’ ένα ανοιχτό λάπτοπ. Παραγγέλνω μία μπύρα. Έχω πλάτη μία τύπισσα που ’χει τατού ένα φίδι με δύο κεφάλια, ένα σε κάθε άκρο. «Αμφίσβαινα», σκέφτομαι, και συνειδητοποιώ ότι την ίδια ακριβώς σκέψη είχε κάνει και ο ήρωας του Μπόρχες στο There are more things. Η λογοτεχνία συναντά τη ζωή; Αργότερα καταλαβαίνω ότι αυτή η τύπισσα ήταν η Sugahspank!. Οι δύο κοπελίτσες μαζεύουν τα πράγματα τους ∙ τα σκαμπό εποφθαλμιούν κι άλλοι δύο. Κάποιος από τους τρεις μας θα μείνει όρθιος απόψε∙ η επικράτηση του γρηγορότερου, όχι του ισχυρότερου, αγαπητέ Δαρβίνε. Τα αστικά είδη, εξάλλου, επιδιώκουν την άνεση τους. Είναι νόμος της Πόλης.

O Γιώργος Κοντραφούρης και οι Baby Trio βγαίνουν κατά τις δέκα και κάτι. Ξεκινάνε χαλαρά ∙ το εξαίσιο Hammond κόβει κάθε συζήτηση που γινόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όλοι συγκεντρώνονται στο να ακούσουν, και πολύ καλά κάνουν. Το τρίο είναι σε πολύ μεγάλα κέφια απόψε. Νέος ντράμερ; Μάλλον. Έχω πάρα πολύ καιρό να τους δω ζωντανά, αλλά ξέρω ότι είναι σε κάθε περίπτωση εγγύηση. Μουσική που παίζεται από Μουσικούς. Δεν υπάρχει η παραμικρή νότα που να’ ναι τυχαία, που να μην έχει τον δικό της χαρακτήρα σε κάθε σημείο των κομματιών. Οι εντάσεις, όπως αυξομειώνονται, έχουν κι αυτές τον δικό τους χαρακτηριστικό ρόλο. Δεν έχεις την παραμικρή δυνατότητα να αφαιρεθείς από αυτό που ακούς και βλέπεις. Αφήνεσαι στον ήχο.

Η Sugahspank! πηγαίνει στη σκηνή μετά το τρίτο κομμάτι. Δεν έχω καν λόγο να θυμάμαι τίτλους κομματιών ή συνθέσεων, τέτοια είναι η αίσθηση συνέχειας στη μουσική απόψε. Είμαι κολλημένος στο κάθισμα μου και είμαι προσηλωμένος στο να ακούω ∙ από soul σε blues κι από εκεί σ’ ένα freestyle που ήταν αναπάντεχο, αλλά τόσο μα τόσο ταιριαστό. Ο φωτισμός χαμηλός λόγω του ίδιου του χώρου ∙ την ατμόσφαιρα την φτιάχνει η ίδια η μπάντα με την ερμηνεία της. Το ακροατήριο ξέρει που και πότε να χειροκροτήσει ∙ σπάνιο πράγμα, ακόμη και γι’ αυτόν τον μουσικό χώρο, όπου το σόλο είναι πάντα καλό, αλλά το πραγματικά καλό δύσκολα αναδεικνύεται όπως πρέπει. Και εκεί που πρέπει. Εμπειρία. Η απαιτητική μουσική θέλει και απαιτητικούς ακροατές.

Την προσήλωση μου διακόπτει το διάλλειμα της μπάντας. Άφησα την μπύρα μου να ζεσταθεί. Λες και γύρισα από άλλο κόσμο. Σταμπάρω, κάπου στο βάθος της αυλής, ένα παλικάρι με μπλούζα Motorhead . Στην υγεία σου φίλε μου. Και οι δυο μας γνωρίζουμε. Μετά, η μπάντα επιστρέφει στη σκηνή.

Που και πότε τελειώνει μια τζαζ συναυλία; Πουθενά και ποτέ. Ο τελευταίος συρμός πλησιάζει, και το Hammond, η κιθάρα και τα ντραμς χτίζουν ένα κρεσέντο πάνω στις γραμμές. Και μετά, στα μεσαία βαγόνια, ένα χαμηλόφωνο μπλουζ για το κλείσιμο της μέρας. Λογικά όλο και κανένα περίπτερο θα’ χει μείνει ανοικτό. Ούτε και τώρα, όμως, θα το σκαρφαλώσω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here