Αρχική Πολιτισμός Ο μυστικός κόσμος της εικόνας της Σταύρωσης

Ο μυστικός κόσμος της εικόνας της Σταύρωσης

0
staurosi
Διαφήμιση

Η σταύρωση ως θανατικὴ καταδίκη, ήταν πανάρχαιο γεγονός, γνωστο σε όλους τούς λαούς.

Ήταν ἡ πλέον ατιμωτικὴ ποινή. Στὸ Ρωμαϊκὸ κράτος ήταν νομικὰ καταχωρημένη, για τους μὴ Ρωμαίους πολίτες και κυρίως για τους σκλάβους.

Ἡ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεγονὸς κεντρικῆς σημασίας γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὁ θάνατος του Χριστού στο Σταυρό είναι μιὰ νίκη, ένας «ζωοποιὸς θάνατος» (λειτουργία Μ. Βασιλείου).

Είναι ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ λυτρωτικοῦ έργου του επὶ της γης.

Για τον λόγο αυτόν, ὁ Ἐσταυρωμένος βρίσκεται σὲ κάθε ορθόδοξο Ναό, πίσω απὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα και πάνω απὸ την ωραία πύλη, στὴν κορυφὴ του τέμπλου.

Ἡ εικόνα τῆς Σταύρωσης, έχει τη θέση της στὸ δωδεκάορτο, στὴν πάνω σειρὰ τοῦ τέμπλου. Ως τοιχογραφία ιστορείται, συνήθως, στο βόρειο μέρος του θόλου.

Ἀπὸ τὸν 6ο αιώνα, συναντάμε τη Σταύρωση όπως την ξέρουμε σήμερα.

Αργότερα, σταδιακὰ περνούν οι αγιογράφοι απὸ την εξιστόρηση στη θεολογία και τους συμβολισμούς.

Τόπος της Σταύρωσης ὁ Γολγοθάς, έξω απὸ την Ιερουσαλήμ.

Ο Σταυρὸς του Χριστού αποτελείται απὸ μία κάθετη δοκό καὶ απὸ τρείς οριζόντιες κεραίες, τη μεγάλη, όπου καρφώθηκαν τα χέρια, μια μικρή, ως υποπόδιο καὶ μια μικρὴ ως πινακίδα που γράφει την αιτία της καταδίκης, πάνω απὸ το κεφάλι.

Ἡ κατακόρυφη δοκός συμβολίζει τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, τὸ πέρασμα στὸν Ἅδη καὶ τὴν ἄνοδό Του στὸν Πατέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν κοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων.

Ἡ οριζόντια μεγάλη κεραία, συμβολίζει τὴν κοινωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων και τη διάδοση τοῦ ευαγγελίου επὶ της γης.

Η οριζόντια μικρὴ (στήριγμα ποδιών) συμβολίζει τον ζυγὸ της δικαιοσύνης, την παλινδρόμηση μεταξύ σωτηρίας και απώλειας.

Σε πολλὲς παραστάσεις ειναι ελαφρὰ κεκλιμένη, ώστε τὸ ανυψωμένο μέρος της είναι προς τη μεριά του σωσμένου λῃστή και το χαμηλωμένο προς τον λῃστή που λοιδορούσε το Χριστό.

Ἡ Ορθόδοξη εικονογραφία δεν ιστορεί αυτόνομα τα γεγονότα, αλλὰ όλα έχουν μία σύνδεση καὶ μία αλληλουχία.

Είναι μέρος του έργου της Σωτηρίας.

Στην εικόνα της Γέννησης του Χριστοῦ, βλέπουμε οτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα στο σκοτεινὸ σπήλαιο, στὸ άντρο τοῦ Ἅδη, καὶ μάλιστα ἡ φάτνη που τοποθετήθηκε είναι ένα κτιστὸ μνήμα, που φανερώνει ότι ενανθρώπισε με σκοπὸ να πεθάνει, ώστε να καταργήσει τον Άδη.

Τὸ κρανίο του Ἀδάμ στην εικονογραφία της Σταύρωσης πρωτοεμφανίζεται τον 9ο αιώνα.

Έτσι η εικόνα αποκτά έναν ακόμη, δογματικὸ συμβολισμό. Τὸ κρανίο μας θυμίζει την ματαιότητα και τον εφήμερο χαρακτήρα της ζωής πάνω στη γη.

Ὁ Σταυρός απὸ πάνω, μας παρηγορεί δείχνοντας την αληθινὴ ζωή. Το αίμα του Χριστού στάζει πάνω στο κρανίο και συμβολίζει το ξέπλυμα των αμαρτιών του Ἀδὰμ αλλὰ καὶ όλων των ανθρώπων: «εξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι».

Ξεπλένεται τὸ προπατορικὸ αμάρτημα με τὸ βάπτισμα τῆς Εκκλησίας μας. Μας θυμίζει και το βάπτισμα του αίματος των μαρτύρων.

Τώρα όλοι μπορούν να ζωοποιηθούν, ακόμα καὶ οι νεκροί. Μάρτυρες σε αυτό, οι αναστημένοι νεκροὶ άγιοι τη στιγμὴ που ὁ Χριστὸς παρέδινε το πνεύμα Του πάνω στο Σταυρὸ.

Στα δεξιά του Χριστού εικονίζονται η Παναγία καὶ τρεις γυναίκες που τὴν συνοδεύουν. Όλοι οἱιεὐαγγελιστὲς αναφέρονται σὲ αὐτές. Είναι ἡ Μαρία τοῦ Κλωπά (Ἰωάννης) είναι ἡ ίδια με την Μαρία, μητέρα Ἰακώβου καὶ Ιωσὴφ (Ματθαῖος – Μᾶρκος).

Ἡ Σαλώμη (Μάρκος) ταυτίζεται με την Μαρία «μητέρα των παιδιών του Ζεβεδαίου» (Ματθαίος).

Καὶ η τρίτη η Μαρία η Μαγδαληνή, που είναι η μόνη απὸ τὶς τρεις που διαφοροποιείται καὶ αναγνωρίζεται, απὸ τὸ έντονο κόκκινο χρώμα στὸ ένδυμα και την πλούσια κόμη. Όλες έχουν καλυμμένο το κεφάλι τους με μαφόριο καὶ η μία, συγκρατεί την Παναγία.

Την παρηγοροῦν καὶ με ελεγχόμενη θλίψη, συμμετέχουν στὸ Θείο Πάθος.

Παναγία, βρίσκεται ανθρωπίνως, σε έσχατη θλίψη, δεν αναλύεται όμως σε δάκρυα. Συμμετέχει στὸ Πάθος, με ἀξιοπρεπή στάση. Ἡ σταύρωση καὶ ὁ θάνατος του Χριστού παραμένουν καὶ για τὴ Θεοτόκο πραγματικὸ μυστήριο. Όμως αυτή, παρόλο που θρηνεί, δεν αμφιβάλλει..

Αναφωνεί , σύμφωνα με το Ευαγέλλιο:«εἰ καὶ σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου»

Απὸ την άλλη μεριά, εικονίζονται ο νεαρὸς Ιωάννης καὶ ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, Λογγίνος.

Ἡ παρουσία του Ιωάννη αναφέρεται απὸ τον ίδιο, στο ευαγγέλιό του, όπου σῴζει καὶ τὴν τελευταία ανθρώπινη επιθυμία του Χριστού, να πάρει την Παναγία ως μητέρα του, στο σπίτι του.

Ο Ρωμαίος εκατόνταρχος (Ματθαίος – Λουκάς) ταυτίζεται με τον στρατιώτη, που με την λόγχη εκέντησε την πλευρά του Χριστού, απὸ όπου εξῆλθε αίμα καὶ ύδωρ.

Ο εκατόνταρχος εδώ, αντιπροσωπεύει τα έθνη που δέχονται τον Χριστὸ ως Θεό.

Πράγματι είναι ὁ πρώτος μὴ Ἰουδαίος, ποὺ αναγνωρίζοντας τὸ μυστήριό του Πάθους, ανεφώνησε: «Ἀληθῶς, Θεοῦ Υἱὸς ἣν οὖτος» (Ματθαῖος).

Γιὰ αυτό, εικονίζεται μὲ φωτοστέφανο καὶ μὲ υψωμένο το δεξί του χέρι, διακηρύττοντας την αλήθεια αυτή. Φορά πλουμιστὴ στολὴ καὶ κρατά στρόγγυλη ασπίδα.

Πίσω απὸ τὸ Σταυρὸ φαίνονται τα τείχη της Ιερουσαλήμ, λίγο χαμηλά, για να μην «ἐνοχλοῦν» οπτικά, το κυρίως θέμα, τη Σταύρωση.

Στὶς αρχαιότερες παραστάσεις, τα τείχη απουσιάζουν εντελῶς. Αργότερα οι εικονογράφοι, τα πρόσθεσαν, καθαρὰ για θεολογικοὺς λόγους.

Ὁ Χριστὸς έπαθε έξω απὸ την αγαπημένη πόλη των Ἰουδαίων. Μας προσκαλεί, λοιπόν, να τον ακολουθήσουμε: «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (πρὸς Ἑβραίους).

Ο ορθόδοξος αγιογράφος, δεν ζωγραφίζει το Χριστὸ στην ανθρώπινη φύση του απομονωμένα, αλλὰ σε πλήρη Δόξα Θεού.

Ως άνθρωπος έπασχε καὶ θανατώθηκε, αλλὰ ἡ θεότητα έμεινε αθάνατη. Παρόλο ποὺ σωματικὰ πέθανε, το σώμα του δὲν γνώρισε τὴ διαφθορά, δηλαδὴ τη σήψη.

Για αὐτό, δεν παρουσιάζεται ρεαλιστικά, ως νεκρὸ σώμα ποὺ κρέμεται , αλλά, ὡς Κύριος της ζωής, σε πλήρη δόξα.

Παρότι είναι νεκρός, στηρίζεται ήσυχα στα πόδια ως ζωντανός.

Ως Βασιλιὰς στο θρόνο του. Αρχικὰ ο Χριστὸς ζωγραφιζόταν με ανοιχτὰ τα μάτια παρόλο ποὺ ήταν νεκρός, για νὰ ἐπισημανθεί θεολογικά, ότι ο θάνατος δεν τον άγγιξε. Αργότερα (850 μ.Χ.). οΙ Αγιογράφοι, αρχισαν να τον εικονίζουν με κλειστὰ τὰ μάτια.

Στη Δύση, ἐπικράτησε ο Χριστὸς να φέρει τὸ ακάνθινο στεφάνι, τὸ ὁποίο πρωτοεμφανίστηκε κατὰ τὴν αναγέννηση.

Τότε εκεί επικράτησε ἡ φυσικότητα στην παράσταση, γιατί σκοπὸς της Δυτικής ζωγραφικής, είναι ἡ συγκίνηση του θεατή .

Στην Ἀνατολή, ο Χριστός, ήρεμα, γέρνει ελαφρὰ τὸ κεφάλι Του στὰ δεξιά, σα νὰ κοιμάται. Έχει το κορμὶ Του μια μικρὴ κλίση προς τα δεξιά, σημάδι του θανάτου, όμως στηρίζεται ως ζωντανὸς στα πόδια Του, τα οποία είναι καρφωμένο ξεχωριστὰ τὸ καθένα καὶ όχι τὸ ἕνα πάνω στὸ άλλο, όπως ζωγραφίζεται στη Δύση.

Τα χέρια Του, εκτείνονται απαλὰ στο σταυρὸ και οἱ παλάμες του, είναι ανοιχτές. Καὶ αυτὸ γιατί μας προσκαλεί με ανοιχτὴ την αγκάλη του, να τον ακολουθήσουμε.

Επίσης προσκαλεί και τον θάνατο να έρθει γιατί ο Χριστός, θεληματικὰ έπαθε καὶ όχι αναγκαστικά.

Ὁ εσταυρωμένος στην ορθόδοξη εικονογραφία, είναι η ενσάρκωση τοῦ χαροποιού πένθους, της χαρμολύπης. Είναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος συγχρόνως. Βλέπουμε νεκρὸ τὸ Χριστὸ καὶ συνειδητοποιοῦμε τὴν αθανασία.

Ἡ εἰκονογραφία συμβαδίζει μὲ τὴν υμνολογία. Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ.

Ἡ Σταύρωση είναι ἀναστάσιμη.

 

Όπως καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς Μ. Παρασκευῆς, ἀντὶ νὰ μᾶς θλίβουν, μᾶς χαροποιοῦν καὶ ἀνυπομονοῦμε γιὰ τὴν Ἀνάσταση.

Μὲ τὴ σειρά της, ἡ Ἀνάσταση εἶναι Σταυρώσιμη: «Ἐσταυρώθης δὶ ἐμέ, ἶνα ἐμοὶ πηγάσεις τὴν ἄφεσιν, ἐκεντήθης τὴν πλευράν, ἶνα κρουνοὺς ζωῆς ἀναβλύσεις μοι…» μᾶς θυμίζει ὁ κατανυκτικὸς ὕμνος.

Πάνω στὸ Σταυρὸ συνυπάρχει ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἀνάσταση. Γιὰ αὐτό, ἡ πινακίδα πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του Χριστού γράφει «Ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης» καὶ όχι το ιστορικὸ αλλά καὶ ειρωνικὸ Ι.Ν.Β.Ι.

Το αναστάσιμο τροπάριο λέει «θανάτω, θάνατον πατήσας». Άρα, η Σταύρωση του Χριστού δεν είναι αποτυχία του έργου Του, ἀλλὰ πλήρης επιτυχία. Είναι ἡ νίκη τοῦ θανάτου. Εἶναι ἡ Δόξα τοῦ Υἱού καὶ Λόγου του Θεού.

Πηγή: Μητρόπολη Κηφισίας

Διαφήμιση