Τα απομεινάρια του μεγαλύτερου μεσαιωνικού εμπορικού πλοίου που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα εντόπισαν ερευνητές στα ανοιχτά της Δανίας, με το ναυάγιο να δίνει πολλά στοιχεία του παρελθόντος.
Το ναυάγιο βρέθηκε σε βάθος 13 μέτρων, καλυμμένο από στρώματα άμμου που το προστάτευσαν από τη διάβρωση. Χάρη σε αυτή τη φυσική «ασπίδα», οι αρχαιολόγοι εντόπισαν στοιχεία που σπάνια διατηρούνται, όπως μέρη του εξαρτισμού, αλλά και ξύλινα, ζωγραφισμένα σκεύη, παπούτσια, χτένες και κομποσκοίνια.

Τα ευρήματα προσφέρουν μια σπάνια ματιά στην καθημερινότητα των ναυτικών που ζούσαν και εργάζονταν πάνω στο πλοίο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εύρεση εκτεταμένων υπολειμμάτων από ένα ξύλινο πρυμναίο κάστρο – έναν καλυμμένο χώρο στο πίσω μέρος του πλοίου, όπου το πλήρωμα μπορούσε να προστατευθεί από τις καιρικές συνθήκες.
Μία ακόμη εντυπωσιακή αποκάλυψη ήταν η εύρεση ενός τούβλινου μαγειρείου, το αρχαιότερο του είδους του που έχει βρεθεί ποτέ σε δανέζικα ύδατα. Περισσότερα από 200 τούβλα και 15 κεραμίδια σχημάτιζαν τον χώρο όπου το πλήρωμα μπορούσε να μαγειρεύει σε ανοιχτή φωτιά.
Παρότι δεν έχει εντοπιστεί το φορτίο του πλοίου, οι ειδικοί είναι βέβαιοι ότι πρόκειται για καθαρά εμπορικό σκάφος, καθώς δεν βρέθηκαν ενδείξεις στρατιωτικής χρήσης.

Η απουσία έρματος – του βάρους που χρησιμοποιείται για τη σταθερότητα ενός πλοίου-υποδηλώνει ότι το πλοίο πιθανότατα ήταν φορτωμένο μέχρι το ανώτατο όριό του με βαριά εμπορεύματα, όπως υφάσματα, αλάτι ή ξυλεία, τα οποία χάθηκαν κατά τη βύθιση.
Οι αρχαιολόγοι χαρακτηρίζουν την ανακάλυψη ορόσημο για τη ναυτική αρχαιολογία, καθώς αποδεικνύει ότι τα μεσαιωνικά εμπορικά πλοία μπορούσαν να φτάσουν σε διαστάσεις που μέχρι σήμερα θεωρούνταν απίθανες.

Τα τμήματα του πλοίου συντηρούνται πλέον στο Εθνικό Μουσείο της Δανίας, όπου αναμένεται να συνεχιστεί η μελέτη τους.


















