Αρχική Ειδήσεις ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ: Το λιγότερο αμφισβητήσιμες πολλές από τις δημοσιεύσεις…

ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ: Το λιγότερο αμφισβητήσιμες πολλές από τις δημοσιεύσεις…

0

Του Κώστα Κέντζου

Αναξιόπιστες και αμφισβητήσιμες είναι πολλές από τις επιστημονικές δημοσιεύσεις που γίνονται στον τομέα της βιοϊατρικής, όπως προκύπτει από δύο μελέτες, που δημοσιεύονται στο τεύχος Ιανουαρίου του «PLOS Biology». Μάλιστα, μετά από αυτές τις διαπιστώσεις το επιστημονικό περιοδικό αποφάσισε να δημιουργήσει ειδικό τμήμα για τη δημοσίευση ερευνών σχετικά με την αξιοπιστία άλλων ερευνών, το πώς σχεδιάζεται, πραγματοποιείται, γνωστοποιείται και εκτιμάται κάθε ερευνητική εργασία. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινούνται και άλλες επιστημονικές επιθεωρήσεις.

Οπως γράφει το «PLOS Biology» σε άρθρο της σύνταξης, τα θέματα που θα δημοσιεύει θα σχετίζονται με ζητήματα διαφάνειας μεθόδων και αποτελεσμάτων, καθιερωμένων και καινοτόμων μεθοδολογιών, σύγκρουσης συμφερόντων, εκλεκτικισμού, διόγκωσης αποτελεσμάτων, χρηματοδότησης κλπ.

Χρηματοδότηση

Στην πρώτη από τις δύο μελέτες στο «PLOS Biology», σε ένα τυχαίο δείγμα 441 βιοϊατρικών ερευνών που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία 15 χρόνια, διαπιστώνεται ότι μόνο μία διέθετε όλα τα στοιχεία που μπορούν να τη χαρακτηρίσουν αξιόπιστη, ενώ καμία δεν δημοσιοποίησε το πλήρες σύνολο των ανεπεξέργαστων πειραματικών δεδομένων.

Ελάχιστες συνοδεύονταν από μελέτες αναπαραγωγής της αρχικής μελέτης και επίσης ελάχιστες περιλάμβαναν κάποια μετέπειτα συστηματική επιθεώρηση των δεδομένων τους. Η πλειοψηφία των μελετών δεν ανέφερε τίποτα περί χρηματοδότησης και σύγκρουσης συμφερόντων.

Οι δημοσιεύσεις σε περιοδικά κλινικής ιατρικής, σε σύγκριση με άλλους επιστημονικούς τομείς είναι δυο φορές πιο πιθανό να μην αναφέρουν τίποτα για τη χρηματοδότησή τους, ή να έχουν ιδιωτική χρηματοδότηση.

Στη δεύτερη μελέτη, ερευνητές εξέτασαν πολλά πειράματα που σχετίζονται με τη μελέτη του καρκίνου και του εγκεφαλικού, διαπιστώνοντας ότι στην πλειοψηφία τους είτε δεν διευκρινιζόταν ο αριθμός των πειραματόζωων που χρησιμοποιήθηκαν, είτε ο αριθμός αυτός ήταν πολύ μικρός. Χρησιμοποίησαν δηλαδή μη στατιστικά αξιόπιστο μέγεθος δείγματος.

Σε άλλο δημοσίευμα του ίδιου περιοδικού, ομάδα επιστημόνων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι περισσότερο από το 50% της προκλινικής έρευνας δεν μπορεί να αναπαραχθεί, υπονομεύοντας τη συλλογική παραγωγή γνώσης και συμβάλλοντας τόσο σε καθυστερήσεις όσο και σε αυξημένο κόστος ανάπτυξης θεραπευτικής αγωγής.

Αμέτρητες ανακλήσεις δημοσιεύσεων έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει στο http://retractionwatch.com.

Απόκρυψη

Σε πρόσφατη προσπάθεια να αναπαραχθούν τα δεδομένα 100 δημοσιεύσεων στον τομέα της ψυχολογίας, ακολουθώντας βήμα προς βήμα τη μεθοδολογία τους, διαπιστώθηκε ότι επιτυχία υπήρξε μόλις στο 39%, αλλά και σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα μετρούμενα αποτελέσματα είχαν τη μισή αποτελεσματικότητα σε σχέση με την αποτελεσματικότητα που αναφερόταν στη δημοσίευση.

Με άλλα λόγια, όπως υπογραμμίζει το περιοδικό «Science», όπου δημοσιεύτηκε ο απολογισμός αυτός, σχεδόν τα δύο τρίτα των σχετικών ερευνών δεν είναι δυνατό να αναπαραχθούν από ανεξάρτητες επιστημονικές ομάδες.

Μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Lancet» εκτιμά ότι το 85% των ερευνητικών επενδύσεων στις βιοϊατρικές επιστήμες, αξίας 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στην ουσία σπαταλάται, καθώς μετά από 9 χρόνια μόνο το 53% των ολοκληρωμένων μελετών δημοσιεύεται.

Το υπόλοιπο παραμένει επτασφράγιστο, είτε για να εξασφαλίσει πλεονέκτημα στην εταιρεία που το χρηματοδότησε, είτε για να μην αποκαλυφθεί κάποια λαθροχειρία σε κατά παραγγελία έρευνες… Πρόκειται για άλλο ένα δείγμα της τεράστιας θυσίας πλούτου που παράγουν οι λαοί στο βωμό της κερδοφορίας των μονοπωλίων.

Άνθρωποι – πειραματόζωα

Δημοσίευση στο περιοδικό «Nature» τονίζει ότι οι κλινικές δοκιμές στον κλάδο της ογκολογίας έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό αποτυχίας συγκρινόμενες με εκείνες άλλων κλάδων. Από 53 δημοσιεύσεις – ορόσημα, που παρουσιάζουν νέες προσεγγίσεις και μεθοδολογίες στη μάχη κατά του καρκίνου, επιβεβαιώθηκαν μόνο οι 6 (ποσοστό 11%).

Στις μελέτες που μπόρεσαν να αναπαραχθούν, οι ερευνητές ανέφεραν με λεπτομέρεια τα όργανα, τα αντιδραστήρια, το πλήρες σετ αποτελεσμάτων και τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων. Αντίθετα, στις μη αναπαράξιμες έρευνες, τα αποτελέσματα δεν είχαν ληφθεί με τη μέθοδο της διπλής «τυφλής» δοκιμής, που χρησιμοποιεί ομάδα ελέγχου στην οποία δίνεται ψευδοθεραπεία.

Ορισμένες έρευνες ισχυρίζονταν ότι παρουσίαζαν συγκεκριμένα πειράματα που υποστήριζαν τα συμπεράσματά τους, αλλά τα πειράματα αυτά αντανακλούσαν μέρος του συνόλου των πειραματικών δεδομένων, τα υπόλοιπα από τα οποία αποκρύφτηκαν, είτε από τους ίδιους τους ερευνητές, είτε «χάθηκαν» σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας ελέγχου από την επιστημονική κοινότητα ή τη διαδικασία δημοσίευσης σε επιστημονικό περιοδικό.

Υπήρξαν μη αναπαράξιμες προκλινικές έρευνες, που οδήγησαν στην ανάπτυξη ολόκληρου ερευνητικού πεδίου, με εκατοντάδες δευτερογενείς δημοσιεύσεις, που επέκτειναν πλευρές των παρατηρήσεων της αρχικής, χωρίς να επιδιώκουν να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν τα θεμέλια της αρχικής έρευνας.

Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις προχώρησαν και κλινικές δοκιμές με βάση αυτά τα αποτελέσματα, πράγμα που σημαίνει ότι ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπευτική διαδικασία ή έλαβαν φάρμακα που ήταν σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα είχαν αποτέλεσμα για την ασθένειά τους (αφήνοντας κατά μέρος τυχόν κινδύνους ή παρενέργειες από αυτές τις «θεραπείες»).

Ευρύτερο πρόβλημα

Δυστυχώς σήμερα είναι κατεύθυνση σε παγκόσμια κλίμακα ο ασφυκτικότερος εναγκαλισμός της έρευνας από ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα. Ηδη από το 2006 στις ΗΠΑ, το 65% όλης της διεξαγόμενης επιστημονικής έρευνας χρηματοδοτούνταν απευθείας από ομίλους.

Έρευνα που έγινε την ίδια χρονιά κατέγραψε ότι το ένα τρίτο των διευθυνόντων την ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Στάνφορντ δήλωσε σύγκρουση συμφερόντων, εξαιτίας μετοχών που είχαν αποκτήσει σε φαρμακευτικές εταιρείες, αμοιβών ως σύμβουλοι και αμοιβών για πατέντες που πούλησαν σε εταιρείες.

Συγκεκριμένοι όμιλοι θέλουν αποκλειστικά για δική τους χρήση όλο το αποτέλεσμα της επιστημονικής έρευνας Ιδιαίτερα στον ιατρικό – φαρμακευτικό τομέα, εταιρείες αποκαλύπτουν μόνο τις έρευνες που τις συμφέρουν και μόνο τα συμπεράσματα, όχι όλο το υλικό της έρευνας.

Άνθρωποι μπορεί να παίρνουν για πολλά χρόνια ένα φάρμακο που προκαλεί περισσότερη ζημιά απ’ ό,τι καλό, επειδή οι εταιρείες απέκρυψαν τις έρευνες που έδειχναν ότι έχει σημαντικές παρενέργειες.

Ταυτόχρονα, δεν γίνεται κοινοποίηση των επιστημονικών συμπερασμάτων και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν, όταν το αποτέλεσμα της έρευνας οδηγεί σε πατέντα.

Έτσι, άλλοι ερευνητές που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα δεν τα έχουν στη διάθεσή τους, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η επιστημονική πρόοδος και οπωσδήποτε να μην είναι προς όφελος όλης της κοινωνίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here